Anthem Review

An(α)them(α) βρε Bioware…

Τα τελευταία χρόνια -κυρίως στην τρέχουσα γενιά- για την Bioware δεν ήταν και τα καλύτερα της. Πέρασε από πολλές φουρτούνες και τρικυμίες μετά το Dragon Age Inquisition ιδιαίτερα στην περίοδο κατά και μετά τη κυκλοφορία του καταστροφικού Mass Effect Andromeda. Σαν να έχασε το μαγικό της άγγιγμα. Την πάλαι ποτέ αίγλη και κύρος που είχε. Σπιλώθηκε το brand name που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τη λέξη RPG και απέπνεε σιγουριά.

Χωρίς να χάσει τις ελπίδες της και με τις ευλογίες της ΕΑ – οι οποίες μάλλον ήταν κάτι πολύ παραπάνω από αυτό- στρώθηκε και δημιούργησε ένα νέο IP. Και εγένετο το Anthem, ένα shooter με light RPG στοιχεία -όπως είναι της μόδας τώρα να τα λέμε- σε πλήρως online περιβάλλον. Αν σας θυμίζει το πρώτο Destiny τότε πέφτετε εντελώς μέσα μιας και οι παράλληλες μεταξύ των δύο είναι περισσότερες από όσες μπορείτε να φανταστείτε.

Έχοντας εδώ και μερικές μέρες το παιχνίδι και ασχολούμενος με την PC έκδοση έχω βγάλει ένα ασφαλές συμπέρασμα, όσο πιο ασφαλές μπορεί να βγάλει κανείς, προς το παρόν, σε έναν τίτλο που έρχεται φορώντας την ταμπέλα του Games as a Service με περηφάνια. Η επαφή μου με την Bioware προσωπικά αρχίζει και ξεκινά με τα Mass Effect, τα οποία αποτελούν το καθένα ξεχωριστά μεγάλα κεφάλαια του gaming, από πλευράς ιστορίας και gameplay. Εύλογα, λοιπόν, περίμενα πως θα υπάρχει και ένα ενδιαφέρον story που θα εξελιχθεί μέσα στον shared κόσμο του, μιας και το setting του μου ήταν ελκυστικό.

Έχει κάτι από Destiny με τους «ιππότες» -Javelins/Freelancers- σε ένα μεσαιωνικό και ενίοτε ανατολίτικο ύφος με sci-fi περιτύλιγμα και μερικές ιδέες από το Game of Thrones. Κανένα, ωστόσο, από όλα αυτά τα γλυκύτατα συστατικά δεν δένουν στο αποτέλεσμά του. Μετά από περίπου 20 και κάτι ώρες αυτό πέταξε στα χαμηλά. Πολύ χαμηλά κιόλας αν αναλογιστώ την κληρονομιά αυτής της ομάδας ανάπτυξης. Αδιάφοροι κλισέ χαρακτήρες, βαθύ lore μεν που σε βομβαρδίζει με πολλά στοιχεία και τα περισσότερα στα αφήνει ανολοκλήρωτα δε, όχι γιατί θέλει να κλείσει το μάτι σε ένα πιθανό sequel αλλά γιατί έτσι μπορεί, τετριμμένη και χιλιοειπωμένη ιστορία με ακραία προβλεπόμενη πλοκή. Είναι αλήθεια πως με ξάφνιασε δυσάρεστα το γεγονός πως ένα παιχνίδι με αυτό το εικαστικό και ύφος να μην έχει μια τίμια, καλοστημένη ιστορία με χαρακτήρες καλογραμμένους. Ένα στοιχείο-κατατεθέν των δημιουργημάτων της Bioware εν ολίγοις έλειπε και η απουσία του ήταν λυπηρά εκκωφαντική.  

Θα μου πείτε “μα κοιτάς το…campaign” σε ένα τέτοιο παιχνίδι; Ναι σαφώς και θα το κοιτάξω όταν το endgame περιορίζεται σε ατελείωτο grinding, ενώ δεν υπάρχει καν ανταγωνιστικό multiplayer, κάτι που τουλάχιστον το Destiny είχε εξαρχής. Οι παρομοιώσεις που αναφέρω με το Destiny είναι περισσότερο συμπτωματικές και περισσότερο γίνονται για λόγους εγκλιματισμού σας και για να σκιαγραφήσω άμεσα στο μυαλό σας το Anthem. Μάλιστα, είναι τόσο εκτός των νερών της Bioware που δεν υπάρχουν καν τα RPG στοιχεία με τις επιλογές για τους χαρακτήρες και την εξέλιξή τους. Οι συζητήσεις με τους NPC, όποιο συννεφάκι κι αν επιλέξετε, απλά θα «παίξει» μια διαφορετική ατάκα με μηδενικό αντίκτυπο και μια προκαθορισμένη πορεία.

Μιας και το story δεν καρποφόρησε ποτέ, ας πάμε στο gameplay, έναν τομέα που επίσης η Bioware φημίζεται και έχει προσφέρει έντονες εμπειρίες. Καταρχήν να αναφέρω πως στο Anthem αναλαμβάνετε τον ρόλο ενός Freelancer, οι οποίοι είναι πιλότοι των mech στολών που ονομάζονται Javelins, εκεί που στεγάζεται όλο το gameplay του τίτλου. Τα Javelins χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες Ranger (ισορροπία μεταξύ ταχύτητας, επίθεσης, άμυνας), Storm (οι μάγοι της υπόθεσης), Interceptor (η ελαφροκίνητη melee κλάση) και τον Colossus (το..tank class δηλαδή), τα οποία λειτουργούν και σαν ένα πανέξυπνο και εξαιρετικά άμεσο μηχανισμό πλοήγησης αλά «Iron Man» στον κατά τα άλλα πανέμορφο κόσμο του Anthem -περισσότερα για αυτόν παρακάτω.

Προσωπικά για ένα μεγάλο διάστημα της εμπειρίας μου πορεύθηκα με το Ranger class, ωστόσο γλυκάθηκα από τις elemental ικανότητες του αρκετά overpowered Storm και με αυτόν συνεχίζω να παίζω συχνότερα. Όχι ότι η πρόκληση παικτικά είναι τόσο μεγάλη, αλλά θεωρώ πως με όποιον και να ξεκινήσετε το παιχνίδι είναι σωστά ισορροπημένο ως προς το πως αναθέτει τους παίκτες στα lobbies, οπότε μην αγχωθείτε για αυτό. Άλλωστε σας δίνεται η ευκαιρία ανά 7-8 lvl να ξεκλειδώσετε και από ένα διαφορετικό class, επομένως στο τέλος θα καταλήξετε να έχετε εμπειρία από όλα τα παικτικά είδη.

Όντας κυρίως shooter, το Anthem τα καταφέρνει σε αυτόν τον τομέα, χωρίς ωστόσο να είναι κάτι το αξιομνημόνευτο καθώς το gunplay αλλά και το βάρος που αφήνει ο χαρακτήρας στο χειριστήριο θα μπορούσαν να είναι στιβαρότερα. Υπάρχει μια ανάλαφρη υπόσταση σε όλο το φάσμα του gameplay που αντηχεί μέχρι και στους εχθρούς, οι οποίοι εκτός κάποιον πολύ ειδικών bosses αποτελούν δεκάδες “mobάκια” που λειτουργούν σαν σφουγγάρια για τις σφαίρες σας, χωρίς ίχνος κάποιας ΑΙ να με ταρακουνάει και να σταματάει αυτόν τον επαναληπτικό υπνωτισμό με πρωταγωνιστές τις σκανδάλες του χειριστηρίου.

Η δομή του Anthem είναι η κλασική ενός “loot shooter” σε έναν ανοιχτό online κόσμο. Υπάρχει η βασική πόλη το Freemark όπου μιλάτε στους NPCs που σας αναθέτουν τις αποστολές και οργώνετε τον αχανή κόσμο του κάνοντας τα ίδια και τα ίδια, μέχρι να φτάσετε το επιθυμητό  objective και να προχωρήσουν οι κύριες αποστολές ή να ανεβείτε επίπεδα στο endgame. Η επαναληψιμότητα και η έλλειψη ποικιλίας στις αποστολές θα κάνουν και τον πιο αισιόδοξο να βαρεθεί μετά από λίγο και αυτό διότι δεν ξεφεύγουν από τα τετριμμένα (fetch quests, κύματα εχθρών, raids).

Αξίζει να αναφερθεί πως μπορείτε να ολοκληρώσετε τις αποστολές μόνοι σας, αλλά δεν το συνιστώ καθόλου μιας και ο κώδικας της Bioware πάντα με έβαζε σε γεμάτο lobby και δεν ένιωθα ποτέ μόνος ή αβοήθητος. Πράγματι kudos σε αυτό το κομμάτι, καθώς βοηθιέται πολύ να αναπτυχθεί μια κοινότητα παικτών αλλά και η συνεργασία από άτομα που ειδάλλως μπορεί να μην συνεργάζονταν.

Ακόμη ένα σημείο που θέλω πολύ να σταθώ είναι αυτό των drops. Προσωπικά είμαι από τους “loot whores” που λένε και ένα παιχνίδι χωρίς να είναι απαραίτητα πάρα πολύ καλό μπορεί να με κάνει να εθιστώ. Εδώ, το Anthem πήγαινε στην πηγή…και πήγαινε…και πήγαινε αλλά δεν ήπιε ποτέ νερό. Είναι απορίας άξιο πως η Bioware με μια μακρά ιστορία στο genre αυτό να μην έχει φτιάξει ένα υπερβολικά ποικίλο εξοπλισμό και οπλοστάσιο σε είδη και σχέδια.

Ειλικρινά, μέσα στις πρώτες 3-4 ώρες θα έχετε βρει όλα τα είδη όπλων που θα συναντήσετε, τα οποία δεν ξεπερνούν τα 7-8 διαφορετικά και το μόνο που αλλάζει πάνω είναι η σπανιότητά τους (Common, Uncommon, Rare, Epic, Legendary). Ο σχεδιασμός των όπλων και η ποικιλία τους μάλλον είναι από τις πιο ανέμπνευστες και βαρετές οπτικά υλοποιήσεις που έγιναν ποτέ σε παιχνίδι του είδους. Για να μην πω ότι τα drops ήταν στην πλειοψηφία τους απογοητευτικά δεδομένου της δυσκολίας των αποστολών. Στα ίδια ρηχά νερά κυμαίνεται και το crafting.

Είναι πραγματικά κρίμα ένα loot shooter με τις προδιαγραφές του Anthem να μην μπορεί να κρατήσει τον παίκτη συνδεδεμένο σε αυτό, όταν γίνονται παρατυπίες σε τόσο βασικά συστατικά της φόρμουλας. Ακόμη ένα τρανό παράδειγμα είναι πως για να αλλάξετε οπλισμό ή και εμφάνιση στο Javelin σας θα πρέπει συνεχώς να ταξιδεύετε πίσω στη βάση σας, κάτι που σημαίνει ότι θα περάσετε από τουλάχιστον δύο loading screens.

H εμπειρία μου με το Anthem σε αυτό το σημείο να πω πως δεν ήταν και η ομαλότερη. Συνάντησα πολλά bugs, όπως ακέφαλους NPCs, έντονο pop up,  αποσυνδέσεις, αποστολές που δεν προχωρούσαν ποτέ, χάσιμο του progress, μεγάλης διάρκειας loading screens και γενικότερα πράγματα που σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή δεν θα έπρεπε να υπάρχουν λογικά.

Βέβαια, μερικές ώρες πριν γραφτεί αυτό το κείμενο κυκλοφόρησε ένα μεγάλο launch day patch (πάνω από 5GB), το οποίο διόρθωνε ένα μέρος αυτών των θεμάτων, πράγμα που το διαπίστωσα και με τα μάτια μου όταν ξανασυνδέθηκα. Εδώ είναι και το σημείο όπου οι αμαρτίες του Anthem -τουλάχιστον μια μερίδα από αυτές- μπορούν να εξαγνιστούν. Όπως έγινε και με το Destiny, έτσι και εδώ, του δίνω το ελαφρυντικό ότι μπορεί με τον καιρό να βελτιωθεί, οπότε σίγουρα θα αξίζει μια επίσκεψη ξανά σε μερικούς μήνες μιας και η Bioware έχει σχεδιάσει ήδη το post launch περιεχόμενο.

Ένα χαμόγελο κατάφερε να μου αποσπάσει ο τεράστιος και πανέμορφος κόσμος του τίτλου με πινελιές από Avatar, χωρίς όμως να σκιαγραφείται στο muscle memory του παίκτη με αξιομνημόνευτες περιοχές και γενικότερα να φέρει ένα κάπως γενικευμένο ύφος στο πλαίσιο του sci-fi.

Γενικότερα, θέλω να ομολογήσω ότι εικαστικά το Anthem μου άρεσε, όντας ένα υβρίδιο πολλών εμβληματικών στοιχείων από sci-fi ταινίες και παιχνίδια. Εξαιρετικά εντυπωσιακή βρήκα την  πολυεπίπεδη εξερεύνηση κάτι που βοηθάει το ομολογουμένως απίθανο scale του χάρτη, καθώς μας μεταφέρει από το έδαφος στον αέρα με αρκετά επίπεδα ενδιάμεσα, αλλά και υποθαλάσσια, παρά το ότι εκεί περιορίζεται μόνο στην εξερεύνηση. Μπορούσα από καλύβες κρυμμένες στα δέντρα, να πέσω χαμηλότερα σε κάτι αρχαία χαλάσματα, μετά να χωθώ μέσα σε σπηλιές, να βουτήξω στο βυθό μιας λίμνης και να βγω ξανά έξω ψηλά στον ουρανό.

Ο τεχνικός του τομέας αν και βαρύς δεν είναι ασήκωτος τουλάχιστον στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, με την Frostbite να χαρίζει ένα αρκετά ευχάριστο αισθητικά αποτέλεσμα. Ο κόσμος είναι πλούσιος σε χλωρίδα και ανάλογα την περιοχή η χρωματική παλέτα προσαρμόζεται για ένα χάρμα οφθαλμών αποτέλεσμα. Στα των γραφικών πολλά συν τόσο στην ατμόσφαιρα του ίδιου του παιχνιδιού όσο και στην αισθητική του κόσμου, προσθέτει το real time weather με τα εφέ της βροχής, του αέρα και της σκόνης να είναι χάρμα οφθαλμών.

Αν και δεν είναι αξιομνημόνευτα, τίμια δουλειά έχει γίνει στον τομέα των voice overs με ηθοποιούς από γνωστές σειρές όπως το Brooklyn Nine-Nine και το Doctor Who, την ερμηνεία των οποίων βοηθούν τα υψηλών προδιαγραφών motion capture και facial expressions. Τέλος, ένας τομέας που έδωσε ανέλπιστα πολλά «συν» είναι αυτός του ήχου και της μουσικής. Το soundtrack μάλιστα είναι κατ’εμέ αξιομνημόνευτο και για μένα λέει πολλά αυτό, όταν μπορώ μετά από μερικές ώρες να θυμάμαι το main theme του και να το σιγοτραγουδώ. Πέτυχε τον σκοπό του δηλαδή. Τα κομμάτια που σύνθεσε η Sara Schachner, γνωστή για τις μουσικές των AC: Origins, CoD: Infinite Warfare και Modern Warfare 3, αξίζουν πολλά μπράβο.Συνοψίζοντας : Ψάχνοντας πληροφορίες για το Anthem έπεσα πάνω σε ένα tweet που το περιγράφει με γλαφυρό και πέρα για πέρα αληθινό τρόπο. Αυτό έλεγε πάνω-κάτω πως το Anthem μοιάζει να μην αναπτύχθηκε από developers της Bioware, αλλά από μια ομάδα χαρτογιακάδων με κοστούμια των $2000. Και πόσο δίκιο είχε ψέλλισα από μέσα μου. Μοιάζει σα να είχε όλα τα φόντα να γίνει κάτι πολύ απολαυστικό, αλλά τελικά πολλές αποφάσεις το μετέτρεψαν σε μια χλιαρή σούπα. Το gameplay έχει τις στιγμές του, αλλά δεν εντυπωσιάζει σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία είναι ανύπαρκτη, αρκετές παραλείψεις βασικών πραγμάτων που επιβάλλονται στα “loot shooters” και λειτουργούν σαν τροχοπέδη στο ρυθμό του, όπως το ανέμπνευστο gear και loot αλλά και η έλλειψη κάποιου ανταγωνιστικού mode. Ίσως το τελευταίο να μην το ανέφερα καν αν όλα τα παραπάνω ήταν τα αντίστροφα και γενικά στεκόταν το υπόλοιπο οικοδόμημα στο ύψος του. Ωστόσο, όλοι θυμόμαστε το Destiny και πως με τον καιρό κατέληξε να γίνεται ένα τίμιο πακέτο. Ίσως με τον καιρό και το Anthem να σουλουπωθεί. Μέχρι τότε αποτελεί την κλασική περίπτωση ενός τέτοιου παιχνιδιού που κατά το λανσάρισμα του δεν είναι όσο ελκυστικό στην ουσία όσο το περιτύλιγμα του.

Darksiders Genesis Review

Η σειρά Darksiders ήρθε στα χέρια μας το μακρινό 2010 από την Vigil Games -Θεός σχωρέστην- και publisher την τότε THQ. Το πρώτο παιχνίδι του διάσημου franchise γνώρισε μεγάλη επιτυχία, πατώντας σε «γνώριμα» μονοπάτια με το απολαυστικό του gameplay και το Zelda-like στιλάκι ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα να ξεχωρίζουν. Η ιστορία όλων των παιχνιδιών της σειράς προέρχεται από τους τέσσερις καβαλάρηδες της Αποκάλυψης που έχουν την εντολή να φέρουν την ισορροπία στο σύμπαν. Το δεύτερο κεφάλαιο ήρθε μερικά χρόνια αργότερα με πρωταγωνιστή τον Death, τον δεύτερο καβαλάρη, που σκοπός του ήταν να βάλει ένα τέλος στις κατηγορίες του αδελφού του, War (από το πρώτο παιχνίδι), πιστεύοντας πως είναι αθώος και έχει και εκείνος σκοπό να βοηθήσει την ανθρωπότητα.

Το Darksiders 3 δεν ήρθε από την Vigil Games, αλλά από την Gunfire Games, η οποία συστάθηκε το 2014, με τον τίτλο να περνάει κυριολεκτικά από σαράντα κύματα, αφού αργήσαμε πολύ να το δούμε. Δημιουργός της ομάδας ήταν ο David Adams, ενώ στο πλευρό του βρισκόντουσαν αξιόλογοι προγραμματιστές από την Crytek. Στην περίπτωση του Darksiders Genesis, που θα ασχοληθούμε παρακάτω, έχουμε και πάλι ένα νεοσύστατο στούντιο στην ανάπτυξη, την Airship Syndicate, που ιδρύθηκε από τέσσερις developers της Vigil Games, με «αρχηγό» τον Joe Madureira. Ωστόσο, το Genesis δεν είναι το «παρθενικό» της δημιούργημα καθώς βρίσκεται πίσω από το Battle Chasers: Nightwar.

Το Darksiders Genesis ανακοινώθηκε τον Ιούνιο 2019 μέσα από την E3 και λίγους μήνες αργότερα (σχετικά γρήγορα) κυκλοφόρησε. Είναι λιγάκι διαφορετικό από τα προηγούμενα τρία παιχνίδια. Όσον αφορά την κάμερά του παραδείγματος χάρη μιας και έχουμε ισομετρική κάμερα όπως στο franchise της Blizzard, Diablo. Προς το παρόν μπορείτε να το βρείτε μόνο για το PC μέσω Steam στην τιμή των 29,99€, αλλά και το Google Stadia. Όμως, πρόκειται να καταφθάσει και στις κονσόλες (PlayStation 4, Xbox One, Nintendo Switch) τον Φεβρουάριο του 2020. Το παιχνίδι, λοιπόν, είναι prequel στη σειρά Darksiders και εισάγει τον Strife ως τον τέταρτο καβαλάρη της Αποκάλυψης. Ωστόσο, δεν είναι μόνος του, καθώς ο μικρότερος αδελφός του War βρίσκεται στο πλευρό του.

Το παιχνίδι εισάγει επίσης για πρώτη φορά το συνεργατικό παιχνίδι με φίλους τόσο online όσο και split-screen. Δυστυχώς, λάμπει δια της απουσίας του το matchmaking τύπου “Diablo”, διότι δεν μπορεί να βρει τυχαία παίκτες και να παίξετε παρέα. Παρόλα αυτά, τον τίτλο μπορείτε άνετα να τον απολαύσετε μόνοι σας και φυσικά μπορείτε να αλλάζετε τους παίκτες όποτε εσείς επιθυμείτε (on the fly) ανάλογα τις περιστάσεις. Τα πράγματα είναι απλά, ο Strife χρησιμοποιεί τα πιστόλια του, ενώ ο War το εμβληματικό σπαθί του. Ο Strife είναι ο πιο άμυαλος και αστείος (η ψυχή της παρέας) που κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά του χωρίς να θέλει να τα αποκαλύψει σε κανέναν. Το χιούμορ του είναι εμφανές, αφού μέχρι και στις πιο δύσκολες στιγμές πάντα το χρησιμοποιεί για να ελαφρύνει το κλίμα. Ωστόσο, προτιμάει να μιλήσουν τα όπλα του παρά εκείνος. Όταν παίξετε το παιχνίδι θα το διαπιστώσετε και εσείς.

Πριν ξεκινήσω να αναφέρομαι στην πλοκή, να πω πως παρόλο που αποτελεί το τέταρτο κατά σειρά παιχνίδι του Darksiders franchise, τοποθετείται ως prequel στο χρονολόγιο της και έτσι τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα πριν από το Darksiders του 2010. Η ιστορία του παιχνιδιού καταπιάνεται με τα δύο αδέρφια τους Strife και War που τους έχει αναθέσει το Συμβούλιο (The Council) να σταματήσουν τα σχέδια του αινιγματικού και παραπλανητικού βασιλιά Lucifer, ο οποίος έχει βάλει στόχο να γιένι κυρίαρχος όλων των δαιμόνων και της Κόλασης και φυσικά να θέλει να διαταράξει την ισορροπία βάσει της δικής του ατζέντας. Οι δύο πρωταγωνιστές μας πρέπει μέσα από το ταξίδι τους να συλλέξουν πληροφορίες από τους εν λόγω δαίμονες, να επαναφέρουν το balance και να ξεσκεπάσουν αυτή τη συνωμοσία που απειλεί τους πάντες. Μην περιμένετε να δείτε μια καλογραμμένη ιστορία, καθώς το παιχνίδι εστιάζει περισσότερο στην gameplay φιλοσοφία του παρά εκεί.

Γενικότερα, όμως θα μείνετε ικανοποιημένοι, καθώς υπάρχουν «cheesy» διάλογοι μεταξύ των χαρακτήρων και παρόλο που κάποιες φορές ακούγονται… «κάπως» είναι ευπρόσδεκτοι, χωρίς όμως να έχουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από ένα Darksiders παιχνίδι δε γίνεται να λείπει και ο Vulgrim, ο εμβληματικός merchant που βοηθάει τους χαρακτήρες μας συνεχώς παρόλο που και εκείνος έχει τα δικά του συμφέροντα. Από αυτόν, και οι δύο πρωταγωνιστές θα λάβουν διάφορες πληροφορίες σχετικά με την ιστορία, καθώς και διάφορα passive -και μη- upgrades για την αναβάθμισή τους. Ακόμα, σημαντικό ρόλο σε όλη την υπόθεση παίζει και ο Samael που αν έχετε ασχοληθεί στο παρελθόν με κάποιον τίτλο της σειράς σίγουρα θα τον θυμάστε και πραγματοποιεί μια σημαντική εμφάνιση εντός του παιχνιδιού. Στο παιχνίδι θα συναντήσετε και την Dis, μια παραδόξως χαρούμενη «δαιμονίτσα» που λατρεύει τις ψυχές (souls) και τα νομίσματα που θα βρείτε, εκείνη θα σας βοηθήσει ώστε να αναβαθμίσετε τις κινήσεις σας με πολλά διάφορα χρήσιμα upgrades.

Για πρώτη φορά στο franchise η κάμερα μετατρέπεται σε ισομετρική που σημαίνει πως δεν είναι πλέον “over the shoulder” όπως τα προηγούμενα, ενώ αν έχετε ασχοληθεί στο παρελθόν με τα Diablo ή κάποια άλλα dungeon crawler παιχνίδια θα μοιάζει «σαν στο σπίτι σας». Ωστόσο, μερικές φορές η κάμερα δεν είναι με το μέρος του παίκτη, καθώς σε διάφορα σημεία θα συναντήσετε έντονα διαφόρων ειδών εμπόδια. Παραδείγματος χάρη, αν βρίσκεστε μπροστά από μια κολόνα και χτυπάτε κάποιους εχθρούς, μόνο ο παίκτης σας έχει την αύρα από το “highlight” (σε μπλε χρώμα), ενώ οι εχθροί όχι. Αυτό το κάνει δύσκολο και εκνευριστικό μερικές φορές γιατί δε θα γνωρίζετε ούτε εσείς αν τα χτυπήματά σας πετυχαίνουν τον εκάστοτε εχθρό ή εάν βαράτε «αέρα». Αυτό ήταν από τα σημαντικά αρνητικά στοιχεία που αντιλήφθηκα στο παιχνίδι, διότι μου συνέβη ουκ ολίγες φορές. Επίσης, το παιχνίδι πάσχει και από αόρατα εμπόδια που αν κάνετε ανελέητα dash για να προχωρήσετε γρήγορα από το ένα επίπεδο στο άλλο, τότε ο παίκτης κολλάει, κάτι που αρκετές φορές μου προκάλεσε έντονο εκνευρισμό. Ναι, είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που δε γινόταν να μην τις αναφέρω γιατί μερικές φορές χαλάνε τη συνολική εμπειρία.

Ο τίτλος χωρίζεται σε διάφορα chapters (16 στον αριθμό) και μπορείτε ανά πάσα στιγμή να επισκεφθείτε κάποια προηγούμενη πίστα και να ξεκλειδώσετε διάφορα μυστικά με μία νέα δύναμη που τυχαίνει να πήρατε που δεν μπορούσατε προηγουμένως. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρω πως το “Genesis” δεν έχει cutscenes με την παραδοσιακή έννοια. Πρόκειται για βίντεο που ξετυλίγουν την ιστορία σαν κινούμενα κόμικ που συνοδεύονται από voiceovers. Για να πω την αλήθεια αυτό με χάλασε λίγο, θα ήθελα να δω διάφορα βίντεο με τους δύο καβαλάρηδες να έχουν κάποιες σκηνές «δράσης». Διάσπαρτα σε μερικές πίστες θα βρείτε και κάποια ολογράμματα των δύο χαρακτήρων που αν κάνετε interact μαζί τους, τα δύο αδέρφια συζητούν για συγκεκριμένα πράγματα από το παρελθόν τους, κάτι που ήταν μια ευχάριστη νότα στον τομέα της αφήγησης. Να σημειώσω κιόλας πως ο ηθοποιός που δανείζει τη φωνή του στον Strife ταιριάζει αφάνταστα καλά με το παρουσιαστικό του χαρακτήρα και η ερμηνεία ήταν όπως έπρεπε.

Και ο Strife, αλλά και ο War είναι δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες με τον καθένα να έχει τα δικά του όπλα, τις δικές του επιθέσεις, αλλά και Wrath Abilities. Ο Strife είναι ο range χαρακτήρας που θα πάρει πολλές διαφορετικές elemental σφαίρες και θα τις χρησιμοποιεί ανάλογα την περίσταση, ενώ θα μπορεί να αποκτήσει και διάφορες άλλες δυνάμεις που βοηθούν στην επίλυση των γρίφων. Μία τέτοια δύναμη είναι και η “void bomb” που τοποθετείται σε διάφορα σημαδεμένα σημεία για να μεταφερθείτε από το ένα μέρος στο άλλο, μέσω ενός portal.

Ωστόσο και εκείνος μπορεί να επιτεθεί σώμα με σώμα με τα daggers του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εξειδικεύεται σε αυτά, καθώς κάνει λιγότερο damage. Ο War από την άλλη είναι το άλλο άκρο, όσον αφορά το παικτικό στιλ, από τον Strife. Εκείνος έχει το γνώριμο σπαθί του από το πρώτο παιχνίδι, εξειδικεύεται στα melee combos, επομένως δεν τολμάς να τον ακουμπήσεις σε κοντινές αποστάσεις. Ούτε από αυτόν λείπει η πλούσια γκάμα από skills, όπως είναι το οριακά overpowered “Blade Geyser” που κάνει «AoE” damage στους κοντινούς εχθρούς. Και οι δύο παίκτες έχουν τα δικά τους μοναδικά skills, upgrades, όπλα, κινήσεις και ultimate powers, ενώ μπορούν και ιππεύουν τα δικά τους άλογα για να πηγαίνετε από τη μία περιοχή στην άλλη γρηγορότερα, χωρίς όμως να επιτρέπονται σε όλες τις περιοχές.

Άξιο αναφοράς είναι και το συνεργατικό κομμάτι, το οποίο ενεργοποιείται χάρη στα Summoning Stones, σημεία δηλαδή, όπου από εκεί μπορείτε να καλέσετε φίλους σας για να παίξετε παρέα είτε online είτε co-op, έχοντας πρόσβαση και στους merchants για να ψωνίσετε ό,τι θέλετε, πράγμα που σας διευκολύνει από το να περιμένετε να τελειώσει το chapter και να μεταβείτε στο κεντρικό hub του παιχνιδιού. Επίσης, σπάνια θα δείτε την λεζάντα του «gameover», καθώς θα έλεγα πως σε γενικά πλαίσια η normal δυσκολία του Darksiders Genesis κυμαίνεται σε αρκετά βατά επίπεδα. Γενικά μόλις ολοκληρώσετε την ιστορία σίγουρα θα θέλετε να δοκιμάσετε τα επόμενα επίπεδα δυσκολίας όπου οι εχθροί είναι δυσκολότεροι και το loot καλύτερο. Επίσης, υπάρχουν και οι Arenas, δηλαδή ένα «horde mode” ως επί το πλείστων με σκοπό να «φαρμάρετε» ανελέητα ψυχές και cores και είναι αρκετά εθιστικό αν ασχοληθείτε. Στα συν των αποστολών, προστίθεται το quest μενού που σου αναθέτει συγκεκριμένα objectves και σε ανταμείβει με ψυχές, με Boatman’s coins ή creature cores.

Περνώντας στα γραφικά του Darksiders Genesis, αυτά ακολουθούν μια πιο απλουστευμένη προσέγγιση στο εικαστικό τους και έχουν μια χειροπιαστή και καρτουνίστικη διάθεση, που μου άρεσε. Βρήκα, γενικότερα, το εικαστικό να ντύνει όμορφα τα περιβάλλοντα και να τα παρουσιάζει με περίσσιο μεράκι, προσφέροντας έτσι ένα γλυκό οπτικό αποτέλεσμα. Τα voice overs, από τη μία, είναι ικανοποιητικά σε όλους τους χαρακτήρες, από την άλλη, δεν κλέβει κανένας την παράσταση, πέραν από τον voice actor του Strife, o οποίος δίνει ρέστα. Τέλος, για να κλείσω με τα τεχνικά ζητήματα, η μίξη του ήχου είναι ικανοποιητική, ενώ πολύ καλή βρήκα και την μουσική επένδυση στο σύνολό της με τα ήρεμα και τα πιο δυναμικά κομμάτια να κάνουν την εμφάνισή τους και να ταιριάζουν με την κάθε περίσταση.

Design a site like this with WordPress.com
Get started